12 Αυγούστου 2016

ΡΟΖ ΣΥΝΝΕΦΑΚΙ

Κάποτε ήμουν παιδί. Κάποτε όλα ήταν ροζ. Κάποτε όλα ήταν απλά.
Από μωρό σχεδόν με ανέβασαν στο ροζ συννεφάκι μου και μου είπαν:
«Από δω ο κόσμος φαίνεται ωραίος. Από δω όλα είναι καλά. Από δω δε θα σου συμβεί τίποτα κακό. Μείνε όσο περισσότερο μπορείς».
Και εγώ υπάκουσα και έμεινα. Έμεινα όσο περισσότερο μπορούσα.
Κοίταζα τον κόσμο από ψηλά και απολάμβανα.
Μα δε μου είχε μιλήσει κανείς για την πτώση…
Δε μου είχε πει κανείς ότι η πτώση έρχεται από τους ίδιους τους ανθρώπους που εμπιστεύεσαι με κλειστά μάτια.
Αυτά τα κλειστά μάτια κάνουν όλη τη ζημιά.
Δε βλέπεις, δεν υποπτεύεσαι, δεν πιστεύεις πως παραμονεύει οτιδήποτε κακό.
Και κάπως έτσι, σε ένα ροζ κόσμο, πάνω σε ένα ροζ συννεφάκι, ένα κορίτσι ανακαλύπτει για πρώτη φορά την εικόνα του κακού. Και διαλύεται όλο το ροζ και όλο το συννεφάκι. Πέφτει από εκεί ψηλά, τσακίζεται και πονάει.
Πόνεσα είναι η αλήθεια. Όχι όμως από τις ανοιχτές πληγές. Αυτές με έκαναν να νιώθω ζωντανή. Πόνεσα όμως επειδή έμαθα πως οι άνθρωποι κάνουν κακό, πως μπορούν και θέλουν να κάνουν κακό.
Αυτό το κορίτσι σήμερα το αγκαλιάζω με κάθε τρυφερότητα και του λέω:
«Κοριτσάκι, μη φοβάσαι. Ο κόσμος ήταν πάντα έτσι. Εσύ δεν μπορούσες να τον δεις από το ροζ συννεφάκι που σε ανέβασαν. Εσύ πίστεψες πως θα είσαι για πάντα ασφαλής. Δεν σου μίλησε κανείς για την πτώση γιατί η προσμονή της πληγώνει περισσότερο, γιατί η αναμονή σκοτώνει περισσότερο από την ίδια την πτώση…»
Και εκείνο μου απαντά με κάθε ειλικρίνεια:
«Δε με ένοιαξε που δε μου μίλησε κανείς για την πτώση. Με ένοιαξε που δε μου μίλησε κανείς για τη ζωή μετά την πτώση. Αυτή είναι η πραγματική ζωή. Αυτοί είναι οι πραγματικοί άνθρωποι. Αυτή είμαι εγώ. Σε αυτόν τον κόσμο ήρθα για να ζήσω.»
Έχουν περάσει χρόνια από εκείνη την πτώση. Ακόμα έχω τις πληγές. Δεν έκλεισαν ποτέ. Αλλά δε θέλω να κλείσουν. Ήρθαμε σε αυτόν τον κόσμο για να αφήσουμε σημάδια. Άλλοι φροντίζουν να αφήνουν σημάδια αγάπης και άλλοι σημάδια πόνου. Χρέος μας να μάθουμε να ξεχωρίζουμε ποιοι είναι ποιοι και με ποιους θα πορευθούμε.
Περνώντας πια τα τριάντα χαίρομαι που έζησα εκείνα τα χρόνια πάνω στο ροζ συννεφάκι μου. Με έκαναν ρομαντική. Χαίρομαι επίσης και που έπεσα από το συννεφάκι μου, αυτό με έκανε ρεαλίστρια. Νομίζω ότι σήμερα έχω ξεχάσει πια πώς ήταν πάνω σε εκείνο το ροζ συννεφάκι. Είναι στιγμές που νοσταλγώ… Δε θα ήθελα να ξανανέβω όμως.
Σήμερα είμαι μέσα σε μια φούσκα, ίσως σε μια απόχρωση του κόκκινου, και ανεβαίνω ψηλά στον ουρανό για να δω άλλα κορίτσια που κάθονται πάνω στο ροζ συννεφάκι τους. Ξέρω ότι αργά ή γρήγορα θα πέσουν. Θα χαράξουν τη δική τους πορεία. Σύντομα και εγώ θα πέσω από τη φούσκα που έχω ανέβει. Αλλά τώρα είναι επιλογή μου. Τώρα ξέρω ότι εγώ δημιούργησα αυτή τη φούσκα μέσα από όλα τα καλά που έχω ζήσει. Τώρα έχω μια βελόνα και μπορώ να σπάσω μόνη μου τη φούσκα. Θα σπάσει από μέσα. Κανείς δε θα με ρίξει. Θα πέσω μόνη μου. Τώρα αντέχω να πέσω… Τώρα ξέρω. Αντέχω να πέσω και να ξανανέβω, σε καινούρια φούσκα. Επιλογή μου να μπω και να ανέβω ψηλά, επιλογή μου να τη σπάσω και να φάω τα μούτρα μου.
Επιλογή μου να δημιουργήσω ένα καινούριο ροζ συννεφάκι και να αφήσω την κόρη μου να ανέβει πάνω του. Επιλογή μου να αφήσω τη ζωή να τη ρίξει μόνη της. Επιλογή μου να της μιλήσω για τις βροχές που θα συναντήσει. Επιλογή μου να της δώσω τα “ειδικά γυαλιά” για να διακρίνει και να αντέξει τις αστραπές. Επιλογή μου να της δείξω και τους δυο κόσμους.
Χαίρομαι που γνώρισα και τους δυο κόσμους…
ΠΗΓΗ 

9 Αυγούστου 2016

17 Μαΐου 2016

ΑΛΛΑΓΕΣ....



Σκέφτομαι τις αλλαγές.
Σκέφτομαι ότι με φοβίζουν ακόμα και όταν τις επιδιώκω.
Σκέφτομαι ότι δεν χρειάζεται να κάνω μεγάλες αλλαγές.
Χρειάζεται απλώς να κάνω ένα μικρό πρώτο βήμα προς τη μεριά όσων επιθυμώ.
Και αμέσως ηρεμώ.
Παίρνω μία βαθιά αναπνοή, χαμογελάω και σκέφτομαι ότι θα τα καταφέρω.
Ένα πρώτο βήμα για κάθε νέα αρχή.
Αρχή.
Σκέφτομαι τις αρχές που έχω κάνει και πόσες από αυτές με πήγαν στο τέλος.
Άλλες στο σωστό και άλλες στο λάθος.
Και κάποιες δεν με πήγαν πουθενά.
Εκ των υστέρων πάντα.
Σκέφτομαι ότι δεν έχει σημασία.
Πήρα τις αποφάσεις μου και έμεινα πιστή σε αυτές μέσα από διαφορετικές διαδρομές.
Στην πορεία κάτι πήρα, κάτι άφησα, κάτι έχασα, αλλά σίγουρα κέρδισα.
Παίρνω μια βαθιά αναπνοή, χαμογελάω και σκέφτομαι ότι κέρδισα νέα κομμάτια του εαυτού μου.
Γιατί στις διαδρομές που έκανα κατάλαβα λίγο καλύτερα τι θέλω και τι δεν θέλω, με ποιους το θέλω και με ποιους όχι, γέλασα, έκλαψα, θύμωσα, έπεσα και σηκώθηκα ξανά.
Όχι αμέσως.
Κάποιες φορές έμεινα κάτω, αλλά έμαθα να λέω στον εαυτό μου «δεν πειράζει».
Και ως διά μαγείας αυτές οι δύο λέξεις πήραν από πάνω μου όλο το βάρος της αποτυχίας, του λάθους και της στεναχώριας που με είχε ρίξει κάτω και κατάφεραν να με σηκώσουν ξανά.
Παίρνω μια βαθιά αναπνοή, χαμογελάω και σκέφτομαι ότι θα έρθουν και άλλες τέτοιες στιγμές.
Μόνο που τώρα ξέρω ότι θα περάσουν.
Αυτό που θέλω είναι να συμμαχήσω επιτέλους με τον εαυτό μου, να του λέω πιο συχνά «δεν πειράζει» και να του μάθω να κάνει ένα μικρό βήμα κάθε φορά.
Ένα μικρό βήμα απαλλαγμένο από υπολείμματα προηγούμενων μεγαλεπίβολων στόχων και βροντερών διακηρύξεων για το πόσο θα αλλάξουν όλα από εδώ και πέρα.
Ας μην αλλάξουν όλα.
Ας κάνω ένα μικρό βήμα για να αλλάξω μόνο ένα πράγμα.
Και αν δεν αλλάξει ούτε αυτό;
Τότε υπάρχει το ενδεχόμενο να πέσω.
Για λίγο ή για πολύ.
Δεν πειράζει.
Ξέρω ότι κάποια στιγμή θα σηκωθώ και θα προσπαθήσω ξανά.
Ή όχι.
Δεν πειράζει.
Η ουσία είναι ότι θα είμαι όρθια και έτοιμη για το επόμενο μικρό βήμα μου.

26 Απριλίου 2016

ΥΠΑΡΧΕΙΣ ?


Οι ώρες οι βραδινές, αυτές είναι οι χειρότερες. Σ’  αυτές είναι που σε σκέφτομαι και σε αναζητώ περισσότερο. Γυρνώ κουρασμένη στο σπίτι, φοράω κάτι πιο άνετο, αφήνω τα φώτα σβηστά, γεμίζω το ποτήρι μου με κρασί και πιάνω τη γωνία δίπλα απ’ το φωτιστικό στο σαλόνι.
Πίνω την πρώτη γουλιά και σκέφτομαι όλες τις ιστορίες που άκουσα απ’ τους ανθρώπους που συνάντησα σήμερα. Λίγο-πολύ όλοι έχουν ένα συναισθηματικό κενό που θέλουν να γεμίσουν. Κι όλοι συμφωνούν! Ο ιδανικότερος τρόπος για να γεμίσει  είναι πάντα ένας άλλος άνθρωπος.
Τους δίνω συμβουλές πώς θα καταφέρουν να βρουν αυτό τον άνθρωπο, λες και ξέρω από πρώτο χέρι τον τρόπο. Ποια, εγώ! Που μήνες τώρα σε ψάχνω γιατί πλήττω, πλήττω αφόρητα. Και πλήττω γιατί δεν υπάρχεις στη ζωή μου.
Πλήττω που αναγκάζομαι να βγαίνω για ποτό με παρέες που δε με γεμίζουν, αλλά τώρα πια δε με γεμίζει και το σπίτι μου. Όσο πιο πολύ μένω σε αυτό, τόσο περισσότερο μου λείπεις. Τα πάω καλά με τη μοναξιά, αλλά με την παρέα ακόμη καλύτερα. Γι’ αυτό θέλω να ‘ρθεις. Να ‘ρθεις να με αναστατώσεις, να κάνεις τη ρουτίνα μου κομμάτια.
Να εμφανιστείς απ’ το πουθενά και να έχεις διάθεση να μείνεις για πάντα. Να μου πάρεις το μυαλό, για να καταφέρω κι εγώ με τη σειρά μου να πάρω το δικό μου απ’ τη δουλειά. Το άφησα εκεί, ακούγοντας πως με την εργασιοθεραπεία όλα περνάνε. Κι η αλήθεια είναι πως πέρασαν πολλά. Όλα εκτός απ’ το ότι πάντα σε αναζητούσα.
Έχω ανάγκη από εκείνη τη χαρά, την «παιδική». Εκείνη που κάνει τα δυο μάτια ενός παιδιού να λάμπουν μόλις βλέπει το αγαπημένο του δώρο, γιατί κι εγώ έτσι θα σε βλέπω. Σαν το καλύτερο δώρο που η ζωή θα μπορούσε να μου κάνει. Να μπεις στη ζωή μου κ να την αναστατώσεις ολόκληρη, να την αλλάξεις, να ζήσουμε μαζί μια καινούργια, καλύτερη.
Να θες να με δεις όσο κι εγώ και πάλι οι ώρες αυτές να μη μας φθάνουν. Και κάθε φορά που θ’ ακούμε τους άλλους να λένε τη φράση «το πολύ μαζί σκοτώνει» να γελάμε πονηρά κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον στα μάτια με απορία για το πώς αυτή η φράση δε βρήκε εφαρμογή πάνω μας.
Να κάνουμε ατέλειωτες συζητήσεις, να μου μαθαίνεις πράγματα, να σου μαθαίνω εγώ και να μαθαίνουμε κι οι δυο από τρίτους.  Να πας τη σκέψη μου βήματα μακριά και να με ακολουθείς εκεί που μ’ έστειλες.
Να με κοντράρεις έξυπνα κι αν δεις και θυμώνω, μη φοβηθείς να επιμείνεις. Να φανερώσεις κάθε μου ανασφάλεια ή κρυφή μου σκέψη και να διαλύσεις κάθε άμυνα που έφτιαξα για να προστατεύομαι. Λες και κατάφερα ποτέ να προστατευτώ απ’ τον έρωτα.
Να μη μου λες «Σ’ αγαπώ» αλλά «Μου λείπεις» γιατί πάντα πίστευα πως η δεύτερη φράση ειπώθηκε μετά από πολλά «σ’ αγαπώ» και περικλείει ακόμη περισσότερα μέσα της. Δε ζεις χωρίς εκείνον που σου λείπει. Αν δε σου δείχνει αυτό πόσο μεγάλα είναι τα αισθήματα, τότε τι θα στο δείξει;
Να ποθείς να βρίσκομαι στο κρεβάτι σου, αλλά πιο πολύ από αυτό να ποθείς να βρίσκομαι δίπλα σου. Να κάνεις έρωτα μαζί μου, να ξανακάνεις κι όταν σταματήσεις,  να συνεχίζεις να με κοιτάζεις και να προσέχεις κάθε σημάδι του κορμιού μου, κάθε έκφραση του προσώπου μου, κάθε κουβέντα που το στόμα μου ξεστόμισε. Και να δίνεις σημασία σε όλες. Ακόμη κι εκείνες που νομίζεις πως λέω για πλάκα. Ποιος κάνει πλάκα στον άνθρωπο που έχει δώσει την καρδιά του;
Να με βλέπεις τυλιγμένη με το σεντόνι να γράφω ένα άρθρο σαν κι αυτό, να είσαι ο πρώτος που το ακούει απ’ τα χείλη μου και να μη νιώθεις πως είναι πολλές οι «εντολές» αναστάτωσης που έλαβες. «Μόνο τόσα θέλεις;» να μου απαντάς κι εγώ να μην μπορώ να θυμάμαι ούτε μια μέρα από εκείνες πριν σε γνωρίσω. Εκείνες, που έπληττα αφόρητα.
Θέλω να με βρεις για να πάψω να λέω στον εαυτό μου πως δεν υπάρχεις. Υπάρχεις, έτσι δεν είναι; Υπάρχεις και θα έρθεις να μου αναστατώσεις τη ζωή και δε θα πλήττω άλλο, ε;
ΠΗΓΗ pillowfights 

15 Απριλίου 2016

ΕΙΚΟΝΑ ΘΑΜΠΗ


Εικόνα θαμπή.
Το ακούς και στην αρχή δεν σε πονάει. Σε ξαφνιάζει, σε παραξενεύει, αλλά δεν σε πονάει.
Κοιτάς τον εαυτό σου αναζητώντας αυτό το θάμπωμα.
Σκέφτεσαι τι έχεις περάσει.
Χρόνια συνεχόμενα υπό πίεση.
Δύσκολες συνθήκες, δύσκολες μέρες και οι δικαιολογίες εύκολες και «λογικές».
Σου έχει δώσει άλλωστε η ζωή πολλές τέτοιες δικαιολογίες να επικαλείσαι στις δύσκολες στιγμές που ο εαυτός σου σε φέρνει προ της εικόνας σου.
Λίγο η δουλειά, λίγο οι απώλειες, άλλο λίγο και οι γέννες, να μωρέ κι ένα διαζύγιο, προδοσίες και σχέσεις ζωής που γίνανε μακρινές αναμνήσεις..
Και περνάει ο καιρός και η φράση γυρνάει στο μυαλό σου.
Γυρνάει και σε παιδεύει, δεν σε αφήνει να ησυχάσεις.
Εικόνα θαμπή.
Τι έγινε;
Τι έφταιξε;
Κι άσε στην άκρη τις εύκολες δικαιολογίες..
Εσύ έφταιξες. Κανείς άλλος, μόνο εσύ..
Εσύ που αποφάσισες να παίξεις όλους τους ρόλους μα ξέχασες τον σημαντικότερο. Τον βασικότερο απ’όλους.
Εκείνον του εαυτού σου.
Εικόνα θαμπή.
Κι όταν με κοιτάω, πονάει πιο πολύ!
Θάμπωσα γιατί ξέχασα.
Με ξέχασα..
Ζήταγα από τους άλλους να μην με θεωρούν δεδομένη αλλά θεώρησα εγώ δεδομένα και κεκτημένα όλα τα άλλα σε εσένα.
Ξέχασα τον εαυτό μου παίζοντας ρόλους με οσκαρικές ερμηνείες.
Της κακιάς, της καλής, της μητέρας, της φίλης, της αδερφής…
Έμαθα να αγαπώ τους άλλους, να φροντίζω τους άλλους, να ασχολούμαι με τους άλλους.
Μόνο που ποτέ δεν έμαθα να αγαπάω εμένα.
Να φροντίζω εμένα.
Να κανακεύω εμένα.
Να αγκαλιάζω εμένα.
Και τελικά μήπως μαθαίνουμε τα πάντα εκτός από αυτό;
Μεγαλώνουμε και μας μαθαίνουν πώς να αγαπάμε τους άλλους.
Πώς να φροντίζουμε τους άλλους.
Πώς να προστατεύουμε τους άλλους.
Μεγαλώνουμε τα παιδιά μας με ακριβώς αυτό τον τρόπο..
Δεν θυμάμαι κανέναν να μου είπε πώς να αγαπάω εμένα πρώτα και μετά όλους τους άλλους.
Θαμπή εικόνα.
Πονάει..
Πεισμώνει..
Γίνεται στόχος..
Στόχος για εμένα, όχι για εσένα.
Πάει καιρός που όλα τα έκανα για κάποιον άλλο.. τώρα όμως.. είναι η στιγμή να γίνουν όλα για μένα..
anapnoes

12 Απριλίου 2016

Μου είναι δύσκολο να αποδεχτώ το τέλος, το κλείσιμο κεφαλαίων και το γύρισμα της σελίδας.  Ίσως επειδή μέσα μου υπήρχε πάντα η πλάνη του «για πάντα», αν και η ίδια η ζωή φρόντιζε συχνά να με διαψεύσει, βάζοντας μόνη της τις τελείες.

Δεν ξέρεις τι πονάει περισσότερο στο τέλος. Η ψευδαίσθηση της αιωνιότητας. Οι άνθρωποι που δεν αγωνίστηκαν για να αντέξει ο δεσμός στη φθορά. Ο φόβος του αγνώστου που ξετυλίγεται μπροστά σου σαν μια βαθιά, άγρια θάλασσα. Καθώς ωριμάζεις μαθαίνεις ότι οι αποχαιρετισμοί είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ολοκλήρωσής σου και ότι η ζωή σου δεν κρίνεται από αυτά που σου συμβαίνουν τελικά, αλλά από τον τρόπο που τα αντιμετωπίζεις. Καμιά φορά πολλά πράγματα που αγάπησες και που έμαθες να θεωρείς δεδομένα, καταρρέουν συγχρονισμένα όλα μαζί σε μια μυστική δοκιμασία του εαυτού σου.
Τον αγαπούσες πολύ και δε μπορούσες να φανταστείς τη ζωή σου χωρίς αυτόν. Νόμιζες ότι ήταν ο προορισμός. Περίμενες να γραφτεί το «και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα». Ύστερα έφυγε. Έψαξες ποια είσαι χωρίς εκείνον.

Κάθε τέλος έχει την ίδια γεύση του οριστικού τέλους. Κάθε φορά εκείνο το ίδιο σφίξιμο στο στομάχι, οι ελπίδες σου μπαγκάζια που κουβαλάς, η αίσθηση του τρένου που εκτροχιάστηκε από τις ράγες του. Είμαστε τόσο εκπαιδευμένοι στην κουλτούρα της απέχθειας προς το τέλος, που πάντα το συνδυάζουμε με το πένθος. Κυριαρχεί μέσα μας η θλίψη για όσα χάσαμε, όχι η ευγνωμοσύνη που τα ζήσαμε. Μας στοιχειώνουν τα «γιατί» και οι ευτυχισμένες στιγμές που πέρασαν, κλείνοντας παράλληλα τα μάτια στις προοπτικές που έχουμε στο εξής.
Οπότε, ένα σημαντικό μάθημα που πρέπει να πάρουμε όλοι μας είναι να φεύγουμε με ψηλά το κεφάλι από καταστάσεις που έχουν τελειώσει. Να τραβάμε την πρίζα όταν  οι συνθήκες υποστηρίζονται μηχανικά και μόνο, αν και έχουν πεθάνει προ πολλού. Να μη μας τρομάζει το άγνωστο περισσότερο από τη ρουτίνα και τη συνήθεια. Να βλέπουμε το μέλλον μας σαν μια σειρά από λευκές σελίδες που περιμένουν να γεμίσουν με μια νέα, συναρπαστική ιστορία αντί να αναμασάμε το επιτεύγματα του παρελθόντος.
Σίγουρα δεν είναι εύκολο να αποδεχτούμε ότι η ζωή μας ήταν, είναι και θα είναι γεμάτη αντίο. Όπως αφήσαμε οριστικά πίσω μας την παιδική μας ηλικία, στην ενήλικη ζωή θα αφήσουμε πίσω μας μέρη, σπίτια, συνήθειες, δουλειές και ανθρώπους μέχρι τον τελικό μας προορισμό. Μέχρι να κατακτήσουμε την κορυφή και να φτάσουμε εκεί που πραγματικά ανήκουμε....
ΠΗΓΗ

11 Φεβρουαρίου 2016

ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΦΟΡΕΜΑ

Συνήθιζες να τριγυρνάς μ’ ένα κομμάτι ύφασμα, μια κλωστή και με μια βελόνα στο χέρι σου. Σε κοίταζα και αναρωτιόμουν “μα καλά πού πάει έτσι;”
Πολύ αργότερα κατάλαβα γιατί τα κράταγες. Σε κάθε αναποδιά της ζωής σου, έβαζες κι ένα κομματάκι ύφασμα, προσπαθούσες να μπαλώσεις όπως όπως το φουστανάκι “της ξεσκισμένης σου ψυχής”.
Πάλευες να το μπαλώσεις για να μην ξηλωθεί περισσότερο. Έμπηγες τη βελόνα με δύναμη πάνω στο ύφασμα, σαν αν έφταιγε αυτή για τα μύρια κακά που σου συνέβαιναν.
Έπειτα, τράβαγες με μανία την κλωστή για να προλάβεις να κλείσεις τα ασυμμάζευτα.
Κι όλο κοίταγες το μπάλωμα γιατί δεν ήταν γερό και σε κάθε κρακ ήταν έτοιμο να ανοίξει.
Και σαν άνοιγε, θα πετάγονταν έξω αυτά που χρόνια προσπαθούσες να κρύψεις και άντε μετά να τα κάνεις ζάφτι.
Δουλειές του ποδαριού δηλαδή γιατί κατά βάθος ήξερες ότι το μπάλωμα δεν ήταν λύση. Το μπάλωμα ήταν πρόχειρο, επιφανειακό κι έτοιμο πάντα να σε προδώσει.
Όχι πως δεν ήξερες πως σου ταίριαζε ένα καινούριο φόρεμα αλλά με τα χρόνια έμαθες και συνήθισες στο χιλιοφορεμένο. Άσε που μπορεί και να φοβόσουν να το αποχωριστείς γιατί ήθελε κότσια κι εσύ μάλλον δεν τα είχες.
Σε καμιά περίπτωση δεν έπρεπε να αγοράσεις καινούριο φουστάνι. Έπρεπε να βρεις το θάρρος να το ξηλώσεις από την αρχή.
Να πετάξεις την συνήθεια και την ασφάλεια του χιλιομπαλωμένου και να ράψεις ένα καινούριο στα μέτρα σου.
Να αγοράσεις καινούριο ύφασμα. Όχι ότι κι ότι.. “μεταξωτά και σατέν παρακαλώ”
Να βάλεις πάνω του το πατρόν και να σχεδιάσεις τις νέες σου σκέψεις.
Τις νέες σου πεποιθήσεις.
Ύστερα να το κόψεις με υπομονή και να αρχίσεις να ενώνεις τα κομμάτια.
Το μπροστινό, το πίσω, τα μανίκια, το γιακά κι όλα αυτά να τα κάνεις με την αισιοδοξία του καινούριου.
Μετά να το ράψεις με πολλή αγάπη, όχι με εγωισμό. Να το κεντήσεις με λόγια παρηγοριάς και συμπόνιας και όχι με κρίσεις και πίκρα.
Να το στολίσεις με πολύχρωμες πούλιες επιβράβευσης και αυτοπεποίθησης.
Τέλος, στο κέντρο του να βάλεις έναν ήλιο τόσο φωτεινό και λαμπερό όσο το καινούριο σου χαμόγελο.
Τι λες;
Θα το ράψεις;;

29 Δεκεμβρίου 2015







«Αγαπημένε μου Άγιε Βασίλη!

Για φέτος θα ζητήσω λίγα, πολύ λίγα, πράγματα που έχουν αξία, υγεία και αγάπη πάνω από όλα, ναι,

μα θα ζητήσω να λυτρώσεις την ψυχή μου! Μεγάλο δώρο.. το ξέρω.. ίσως δυσκολευτείς, μα το θέλω.

Ξέρω πως μόνο ο θάνατος είναι οριστικός και όλα τα άλλα διορθώνονται, μα δεν μπορώ να βιώνω

                                                                    έναν μικρό θάνατο κάθε μέρα.            

Πάρε σε παρακαλώ μακριά μου ότι με πονάει και δώσε μου την λήθη που αναζητώ τόσο καιρό

τώρα. Πιστεύω σε εσένα και υπομένω καρτερικά τις δοκιμασίες σου. Μα δώσε μου αυτό που

οι άνθρωποι ονομάζουν γαλήνη.

Αν πρέπει να μην νιώθω, να μην δακρύζω, να μην γελάω, να μην αισθάνομαι.. βοήθησε με να το

αποκτήσω. Δώσε μου πίσω την εμπιστοσύνη μου στους ανθρώπους. Δείξε μου πως είναι να μην

ψάχνω το νόημα πίσω από τις λέξεις αλλά από τις πράξεις.

Θύμισε μου πως είναι να ελπίζεις…»

Την νέα χρονιά δεν θα ήθελα δίπλα μου υποκρισία.

Θέλω ότι φαίνεται στα μάτια μου, να είναι αυτό που θέλω να δουν οι άλλοι. Δεν θέλω να «παίξω»

το παιχνίδι κανενός, δεν θέλω να κερδίσω αν δεν το αξίζω, δεν θέλω να χρησιμοποιήσω αθέμιτους

τρόπους για να επιβιώσω.

Δεν θέλω κανέναν τίτλο!

Ούτε του νικητή, ούτε του χαμένου! Δεν θέλω παιχνίδια! Εκτός από αυτά που θα μου φέρεις!

Θέλω αν με αγαπούν να μάθουν να το λένε!!

Αγαπημένε μου Άγιε Βασίλη.

Ξέρω δεν ήμουν το καλύτερο παιδί την χρονιά που πέρασε.. μα πιστεύω σε εσένα!

Δώσε μου αυτό που οι άνθρωποι ονομάζουν γαλήνη!

Ευχαριστώ!»
 ΠΗΓΗ

16 Δεκεμβρίου 2015

ΤΕΛΟΣ ΧΡΟΝΙΑΣ


Μια βούκα μέλι ν’ αφήνεις παιδί μου απ’ όπου περνάς και μην σε νοιάζει.
 
Έχεις χιλιόμετρα μπροστά σου και μόνο αυτά να σκέφτεσαι.
Τελειώνει η χρονιά.
Σκληρή, μουντή, δύσκολη.
Μια χρονιά που άλλαξε τα πάντα μέσα σου ή σχεδόν τα πάντα.
Τελειώνει μια χρονιά που βγήκαν οι σκελετοί απ’ το ντουλάπι κι αντιμετωπίστηκαν κατάματα.
Οι δικοί σου σκελετοί.
Των άλλων, παραμένουν καλά κρυμμένοι.
Ή νομίζουν πως παραμένουν καλά κρυμμένοι.
Τελειώνει μια χρονιά που στην βαλίτσα της έβαλε πολύ πόνο, περίσσεια ανασφάλεια και μαζεμένες διαγραφές κι εκκαθαρίσεις.
Δικές σου εκκαθαρίσεις.
Οι άλλοι, νομίζουν πως δεν θα χρειαστεί να το περάσουν αυτό.
Ή νομίζουν πως δεν θα χρειαστεί να το περάσουν αυτό.
Τελειώνει μια χρονιά που πληρώθηκαν λάθη, πάθη και αδυναμίες.
Μια χρονιά που στάθηκες μπροστά στο ταμείο με πολύ φόβο και περίσσιο πάθος.
Οι άλλοι νομίζουν πως δεν θα περάσουν ποτέ από το ταμείο.
Ή νομίζουν πως δεν θα περάσουν ποτέ από το ταμείο.
Τελειώνει μια χρονιά που νιώθεις πως μεγάλωσες καμιά δεκαριά χρόνια μαζεμένα.
Μια χρονιά που βάρυνε και μέτρησε σαν δέκα μαζεμένες.
Γιατί το ποιος είσαι, το τι είσαι, το δείχνεις όταν είσαι σε θέση ισχύος.
Όταν τον άλλο θα πρέπει να τον αντιμετωπίσεις με τα λάθη του, τα εγκλήματα ψυχής και ζωής του.
Όταν θα πρέπει να σταθείς δίπλα στον άλλο και σαν φίλος που θα ήθελες να είσαι, να κάτσεις πλάι του και να ανοίξεις μαζί του την ντουλάπα με τους σκελετούς.
Και να μείνεις!
Το ποιος είσαι το δείχνεις όταν έχεις δίκιο κι ο άλλος άδικο.
Τότε είσαι αυτό που σε χαρακτηρίζει.
Γιατί όλοι έχουμε ένα μυστικό που δεν μοιραστήκαμε ποτέ. Οι στιγμές από ένα παρελθόν που κανείς δεν ξέρει. Το ταλέντο που κανείς δεν παρατήρησε πως έχεις. Η αδυναμία που φυλάς προσεκτικά για να μην γίνεις εκμεταλλεύσιμος.
Όλοι έχουμε μια ιστορία καλά κρυμμένη και ανείπωτη.
Και δεν ξέρεις ποτέ τον άλλο πρωτού να γνωρίσεις όλα αυτά κι ακόμη περισσότερο, πριν κοιτάξεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη ξεκρεμόντας από πάνω σου την υπεροψία του εγώ.
Τελειώνει μια χρονιά που τα παραμύθια σταμάτησαν να γίνονται πιστευτά.
Ειδικά εκείνο του «μαζί».
Όμως όλα τα παραμύθια, έτσι κι αυτό, λίγες, μόνο λίγες φορές, μπορεί και να το ζήσεις.
Αν θα το ζήσεις ή όχι, δεν το ξέρεις παρά μόνο στο τέλος του παραμυθιού.
Μετά από το «κι αυτοί ζήσαν καλά κι εμείς καλύτερα»
Τελειώνει μια χρονιά που στο τέλος της είναι όλα πιο καθαρά.
Είναι καθαρή η θέση πια που στέκεσαι.
Είναι καθαρή η εικόνα μπροστά στα μάτια σου.
Είναι καθαρές και οι συγγνώμες που οφείλονται και θα ειπωθούν όταν έρθει η ώρα τους.
Είναι καθαρές και οι συγγνώμες που δεν θα ειπωθούν, γιατί το δικαίωμα στην συγγνώμη απωλέστηκε μεταξύ συμφέροντος, κουτοπονηριάς και συναισθηματικού εκβιασμού.
Είναι καθαρό πια πως ότι μείνει στο τέλος αυτής της χρονιάς, δεν ξέρεις αν θα μείνει για πάντα, όμως θα ξέρεις πως το δένει μια αγάπη από εκείνες τις σπάνιες. Τις αληθινές.
Γιατί στο τέλος, σημασία δεν έχει αν χάθηκε ο δρόμος. Αν μπλόκαρε το GPS και βρέθηκες αλλού ντ’ αλλού. Σημασία δεν ακόμα κι αν κάπου στην διαδρομή έχασες ακόμα και τον εαυτό σου το ίδιο.
Σημασία έχει πως βρήκες το δρόμο να γυρίσεις.
Κι όπως έλεγε κι εκείνη η σοφή γυναίκα, μια βούκα μέλι να αφήνεις παιδί μου απ’όπου περνάς και μην σε νοιάζει. Έχεις χιλιόμετρα μπροστά σου, μονό αυτά να σκέφτεσαι!
Γιατί μπορεί να χάσεις τον δρόμο και να χρειαστείς βοήθεια για να τον ξαναβρεις. Κι αν έχεις αφήσει μέλι στο δρόμο σου, δεν θα τον χάσεις για πολύ. Θα ξαναγυρίσεις.
Θα ξαναγυρίσεις στο δρόμο που η μοίρα θα τον έχει καθαρίσει.
Στον δρόμο εκείνο που σου έφερε καινούριες ψυχές και κράτησε εκείνες τις πολύτιμες που διαχρονικά φυλάς μέσα σου.
Και για εκείνους που χάθηκαν στο δρόμο, για άλλους να λυπηθείς και για άλλους να μην σταθείς ούτε λεπτό στην σκέψη τους.
Το ποιοι ανήκουν πού, άσε να το καταλάβουν μόνοι τους.
Και μην ξεχνάς ποτέ τον αστάθμητο παράγοντα που μπορεί να γύρει την πλάστιγγα ανά πάσα στιγμή και να τα αλλάξει όλα.
Οπότε, κλείσε τα μάτια, και πες στους «άλλους» της ζωής σου «εις το επανειδείν», όταν θα έρθει εκείνη η ώρα.
Βγάλε τους και περιπαικτικά την γλώσσα κι ετοιμάσου να πας παρακάτω.
ΠΗΓΗ - ΑΝΑΠΝΟΕΣ 

30 Σεπτεμβρίου 2015

Σε μια έρημο βρίσκομαι.
Και σε παρακαλώ μη με ρωτάς γιατί.
Ξέρεις πως είμαι ανίκανη να δώσω εξηγήσεις.
Όμως.
Απ όλα περισσότερο, θέλεις να μάθεις τι μου λείπει;
Το παραμύθι.
Το παραμύθι πως μια μέρα θα βρίσκαμε μια όαση μαζί! Δε λέω πως δεν έχεις δίκιο να πικραίνεσαι.
Γέμισε ο τόπος σαλτιμπάγκους, που ξεπουλούν
στους πάγκους τους το μέλλον σου.
Γέμισε ο τόπος καταπατητές, που μεταμφιεσμένοι σε σωτήρες ακολουθούν σαν τα σκυλιά τα βήματά σου.
Δε λέω πως δεν έχεις δίκιο να μπλοκάρεις.
Σου σερβίρουν σε κονσέρβες αποφάσεις που δε διάλεξες.
Ψάχνουν μεθοδικά να σε απελάσουν από την ψυχή σου.
Να κρεμάσουν τα σχέδια σου ανάποδα, σαν νυχτερίδες,
στους πασσάλους που οριοθέτησαν τον ορίζοντά σου.Δε λέω πως δεν έχεις δίκιο να φρικάρεις.
Όμως κρατήσου. Μην αφεθείς.
Τα πέντε πράγματα που κρύβεις μέσα σου, υπεράσπισέ τα.
Κάτι θα γίνει. Δεν μπορεί.
Η ζωή ποτέ δεν περιφρόνησε τους εραστές της.Και κάτι άλλο. Ίσως πιο ποιητικό.
Φύτεψε άνθη στις ρωγμές της πίκρας σου.Κι ύστερα βρες ένα μικρούλι ξέφωτο και κάθισε…
ν απολαύσεις τ’ άρωμά τους.

Αλκυόνη Παπαδάκη.



22 Ιανουαρίου 2015

ΜΙΑ ΑΓΑΠΗ ΣΑΝ ΑΛΑΝΑ....



- Να είχα λέει, μιαν αγάπη σαν αλάνα… 
Να κυλιόμουνα μέσα της, να ‘κανα τούμπες, να ‘πλωνα την αρίδα μου να λιαζόμουνα…
 Να ‘ρχότανε τα όνειρά μου σαν τις κάργιες να φτεροκοπούν πάνω από το κεφάλι μου. Βαρέθηκα να χώνω τη ρημάδα την ψυχή μου στα ντουλάπια και να της κρεμώ αρωματικά σακουλάκια να μην τη φάει ο σκόρος. Βαρέθηκα να περπατώ με την πλάτη κολλημένη στα ντουβάρια, γιατί νιώθω γύρω μου τον θόρυβο από τα μαχαίρια που ακονίζονται.Είναι πολύ, ρε σεις, αυτό που ονειρεύτηκα; 
Μιαν αγάπη λέω σαν αλάνα.
 Ν’ απλώσω την αρίδα μου να λιαστώ. 
ALKYONH ΠΑΠΑΔΑΚΗ