18 Αυγούστου 2017

ΑΧ ΒΡΕ ΑΝΘΡΩΠΕ

Αχ βρε άνθρωπε, κάνεις τη ζωή σου δύσκολη στα πιο απλά ζητήματα.
Δειλιάζεις και υψώνεις τείχη για να μην πληγώσεις και να μην πληγωθείς, ενώ το “μαζί” τα διαλύει όλα. Προφασίζεσαι αποστάσεις και άλλες τέτοιες φτηνές δικαιολογίες για να σωθείς από κάτι που θα σε κρατούσε ζωντανό.
Συμβιβάζεσαι στα εύκολα, σε αυτά που έρχονται βολικά και διώχνεις μακριά αυτά που χρειάζονται λίγο παραπάνω κόπο.
Αχ βρε άνθρωπε, θάβεις μόνος σου τον εαυτό σου σε έναν λάκκο δίχως διέξοδο από φόβο. Φόβο για το αύριο. Ξέρω τα δύσκολα θέλουν αποθέματα ψυχής και αντοχή, πολλή αντοχή. Μα τα δύσκολα είναι εδώ για να σου θυμίζουν γιατί αξίζει να ζεις. Τα εύκολα όλοι τα έχουν, ανθρωπάκο, το θέμα είναι να κατακτήσεις τα δύσκολα.
Αχ βρε άνθρωπε, αν δεν παλέψεις και λίγο για αυτά που θες πως περιμένεις να ζήσεις; Σε ζωή φτιαγμένη με ροδοπέταλα δεν έζησε κανείς. Χρειάζεται να ανοίξεις γόνατο για να μάθεις ποδήλατο σου λένε, έτσι και με τη ζωή. Αν δεν παλέψεις δεν κατακτάς. Και ποιό το νόημα να έχεις κάτι αν δεν το έχεις κατακτήσει και απλά σου έχει δοθεί;
Αχ βρε άνθρωπε, βολεύεσαι. Βολεύεσαι στα εύκολα και στα ευχάριστα και αποφεύγεις τα δύσκολα όπως ο διάολος το λιβάνι. Φυγόπονος κατάντησες άνθρωπε, αδυνατώντας να καταλάβεις τι πάει λάθος. Εθελοτυφλείς, πλάθοντας έτσι τις καταστάσεις που να σε βολεύουν.
Αχ βρε άνθρωπε, η βόλεψη κρατάει λίγο, έπειτα από ένα σημείο και στην πιο βολική θέση να είσαι πιάνεσαι. Κουράζεσαι. Θες να αλλάξεις θέση. Μα κι αυτό το φοβάσαι βρε άνθρωπε. Φοβάσαι να κουνήσεις έστω και λίγο το δάχτυλό σου λες και θα διαταράξεις το χωροχρόνο και θα φέρεις τούμπα το σύμπαν.
Αχ βρε άνθρωπε, αν δεν κυνηγήσεις και λίγο αυτά που θες τίποτα δεν θα σου έρθει στο πιάτο. Στρογγυλοκάθισες στον καναπέ σου και ξέχασες ξαφνικά να διεκδικείς. Τη ζωή σου, τα όνειρά σου, τα δικαιώματά σου. Αφήνεις άλλους να αποφασίζουν για εσένα, σε πράγματα που θα έπρεπε να έχεις τον πρώτο λόγο.
Αχ βρε άνθρωπε, μια ζωή την έχεις και αν δεν την περάσεις όπως θες, δεν θα έχεις ζήσει.
Τι φοβάσαι;
Την απογοήτευση;
Όλοι την έχουν περάσει. Και όλοι θα την περάσουν. Κανείς δεν αποτελεί εξαίρεση. Γιατί να αποτελέσεις εσύ;
Αχ βρε άνθρωπε, ρουτίνιασες και αφήνεις τη ζωή να περνάει μπροστά από τα μάτια σου δίχως να την αρπάξεις από τα κέρατα. Χάνεις μέσα από τα χέρια σου πράγματα που λαχταράς από φόβο μήπως ταράξεις την ρουτίνα σου, την βολεμένη καθημερινότητά σου. Χάνεις το παρόν σκεπτόμενος ένα μέλλον δίχως ουσία.
Αχ βρε άνθρωπε, ξεκούνα λίγο από τον καναπέ σου, ζήσε όπως θες να ζήσεις και παραμέρισε τους φόβους σου.
Αχ βρε άνθρωπε, αφήνεις τη ζωή να περάσει ανεκμετάλλευτη από φόβο!
Γράφει η Άντζελα Καμπέρου
ΠΗΓΗ 

Η αξιοπρέπεια βλάκα μου, αξίζει, δεν κοστίζει.

 

Μην ταράζεσαι βλάκα μου. Δεν είσαι ο μόνος που την πάτησε σε αυτό το “δούναι και λαβείν” στις σχέσεις.
Είναι που κανείς δεν σου είπε, πως όσα παίρνεις στην διάρκεια, δεν είναι αρκετά.
Δεν είναι αρκετά γιατί εσύ μετράς με αριθμούς και κόστη κι ο άλλος απέναντί σου μετράει με ψυχή, καρδιά και αξιοπρέπεια.
Τι;
Πόσο κοστίζει η αξιοπρέπεια;
Έλα βλάκα μου, σκέψου λίγο.
Σκέψου λίγο πριν χτυπήσεις την τιμούλα σαν άλλος μπακαλόγατος.
Ακούς;; Τιμούλα, καρδούλα, ψυχούλα, ζωούλα, ερωτάκος, αγαπάκι, όλα έχουν το “λίγο” τους και το “πολύ” τους.
Μόνο η αξιοπρέπεια δεν έχει.
Είναι αυτή. Μία. Ή την παίρνεις ή την αφήνεις.
Έλα, προσπάθησε το.. δεν έχει σου λέω.. αξιοπρεπειούλα, δεν υπάρχει.
Ανθρωπάκι όμως υπάρχει! Και σκουληκάκι, αλλά αυτό είναι άλλου παπά ευαγγέλιο που έλεγε η γιαγιάκα μου.
Κι έτσι λοιπόν, στο ταμείο, την ώρα του λογαριασμού, εσύ θα μείνεις βλάκα μου να φωνασκείς και να κάνεις θόρυβο, όπως κάθε ντενεκές ξεγάνωτος, κι εκείνος απέναντι, θα σου ρίξει ένα χαμόγελο, ένα σιχτήρι που θα το αξίζεις στο απόλυτο, θα σου κλείσει και το μάτι για όσα ξέρει και δεν θα χρειαστεί να πει, και θα σου παραδώσει ένα μάθημα αξιοπρέπειας.
Κι αυτό, είναι ένα μάθημα που αξίζει πολλά και δεν κοστίζει μία, για να μπορούν να το αγοράσουν όλοι εκείνοι που έμαθαν να μετράνε με αριθμούς.
 Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
ΠΗΓΗ

14 Ιουλίου 2017

Κατέβα πια από τα σύννεφα, ενήλικε εαυτέ μου.

Λένε πως το ύστατο σημάδι ενηλικίωσης, είναι να πατάς γερά στα δυο σου πόδια και όχι να πετάς πάνω σε ένα μεγάλο, φουσκωτό ροζ σύννεφο.
Πάντοτε, όταν το άκουγα αυτό έκανα στο μυαλό μου εικόνα, τους αυτοαποκαλούμενους ρεαλιστές, να πατούν γερά με τα δυο τους πόδια σε ένα μουντό, γκρίζο πεζοδρόμιο, φορτωμένοι με μία τσάντα προβλήματα, έγνοιες και σκοτούρες και πρόσωπο, σκυθρωπό και αγέλαστο.
Αντίστοιχα, πάνω στο ροζ συννεφάκι οραματιζόμουν ένα μικρό, σκανταλιάρικο, ξανθό αγγελάκι, να γελά με την ψυχή του και να μοιράζει χαρά στους γύρω του. Ενστικτωδώς μάλλον, χαράχτηκε μέσα μου αυτή η εικόνα, όσο αστεία και αν φαίνεται και δε λέει να φύγει.
Σαν τυπική ονειροπόλα, όμως, πέφτοντας ουκ ολίγες φορές από το σύννεφό μου, χτυπούσα δυνατά και σαφώς επώδυνα, με έντονη όμως άρνηση  να ‘ξυπνήσω’. Όσο και αν έβλεπα με τα μάτια της συνείδησης πως η πραγματικότητα δεν είναι τόσο γκρίζα όλες τις φορές, αλλά και πως θα είχα καλύτερες πιθανότητες επιβίωσης εάν κατέβαινα ομαλά από τις φούσκες και ακουμπούσα έδαφος, η άρνηση μου όλο και μεγάλωνε. Βλέπεις είχα μάλλον, μεγάλες προσδοκίες από τους ανθρώπους γύρω μου αλλά και από τα τόσα που πίστευα πώς μου χρωστά η ζωή, για όλες τις φορές που χτύπησα στην πτώση. Για εμένα , η επιχείρηση κατάβασης δεν ολοκληρώθηκε ποτέ με εκατό τοις εκατό επιτυχία.
Σιγά σιγά, όπως κάθε πράγμα με το πέρασμα του χρόνου όμως, έτσι και το συννεφάκι μου άρχισε να αποδυναμώνεται. Στην αρχή απλά ξέβαψε και από ροζ έγινε άσπρο. Μετέπειτα όμως άρχισε να εξατμίζεται, έως ότου εξαϋλώθηκε ολοσχερώς και άρχισε, για χιλιοστή φορά, η διαδικασία απομυθοποίησης. Πρόσωπα, εικόνες και καταστάσεις που φόρτωνα με μεγάλες προσδοκίες, έφτασαν στο ναδίρ της ουτοπίας μου. Το ξανθό αγγελάκι μου άρχισε να μεγαλώνει, να βλέπει πως η ζωή δε βρίσκεται στα φουσκωτά, αλλά στο έδαφος. Να αντιλαμβάνεται πως εάν δεν προσγειωνόταν, δε θα περνούσε ευχάριστα.
Κάπως έτσι, σταδιακά και απρόθετα, γινόμαστε όλοι αυτοαποκαλούμενοι ρεαλιστές. Μα το σημαντικότερο που δεν περίμενε ποτέ να μάθει το αγγελάκι μου, είναι πως τελικά είναι ωραία και στην γη. Εκτός από το να περπατάς με τα δυο σου πόδια, μπορείς ακόμα να τρέχεις, ή και να χορεύεις. Να νιώθεις την δροσιά της θάλασσας, ή να πλησιάζεις τη ζεστασιά της φωτιάς.
Η τσάντα σου μπορεί να μην είναι φορτωμένη προβλήματα αλλά ελπίδες.
Το πεζοδρόμιο που πατάς, μπορεί να μην είναι γκρίζο, αλλά και κίτρινο.
Οι μεγάλες προσδοκίες που βάζεις με το νου σου, μπορεί να είναι πολύ βαριές, όχι μόνο για να τις κουβαλήσουν οι άλλοι, αλλά τελικά και ο ίδιος σου ο εαυτός.
 Της Λίνας Δημακοπούλου.
ΠΗΓΗ 

26 Μαΐου 2017



Της Ματίνας Σταθάκη.
Όλα μου τα έμαθες καρδιά μου.
Όλα όμως με το μυαλό.
Έβαλες κουμανταδόρο τη λογική και ξέχασες ποια είσαι και πού θες να πας.
Καλά τα πήγες βέβαια. Παράπονο δεν έχω. Σοφές επιλογές έκανες.
Αλλά άφησες το τιμόνι και το μόνο που έκανες ήταν να ακούς και να εμπιστεύεσαι τυφλά το μυαλό. Και μέσα στα πολλά που άκουσες από το μυαλό ήταν και το «εσύ δεν είσαι για αυτά» και το «εσύ δεν μπορείς, δεν θα τα καταφέρεις».
Και τα πίστεψες καρδιά μου.
Μυαλό είναι αυτό. Να μην το ακούσεις;
Και έτσι δεν σκέφτηκες αν ως καρδιά μπορούσες να αντέξεις περισσότερα.
Αν ήσουν φτιαγμένη για πιο δύσκολα πράγματα.
Δεν αναρωτήθηκες ποτέ αν μπορούσες τελικά να αντέξεις. Αν τελικά ήσουν για περισσότερα. Αν ήσουν για κάτι άλλο…
Δεν το έψαξες.
Και να που τώρα έφτασες στα 35 (κάλλιο αργά παρά αργότερα θα μου πεις) για να καταλάβεις τη δύναμη του “μπορώ”.
Μια λέξη είναι. Μόνο μια!
Αλλά με τεράστια σημασία και γιγάντια δύναμη.
Την έμαθες λίγο τυχαία αλλά την έμαθες εν τέλει.
Όλα μου τα έμαθες καρδιά μου αλλά ξέχασες μια λέξη.
“Μπορώ.”
Μπορώ να γίνω αυτό που θέλω, αυτό που έχω ονειρευτεί και αυτό που στοχεύω.
Μπορώ να φτάσω εκεί που κοιτάω.
Μπορώ να είμαι αυτό που θέλω και συγχρόνως να κοιτάζω το μέλλον και τους στόχους μου.
Μπορώ να αντέξω τις δυσκολίες, τις ανηφοριές και τα πισωγυρίσματα.
Μπορώ να γίνω αυτό που πάντα ήθελα και κάπου το παράτησα.
Γιατί τώρα ξέρω πως η καρδιά αντέχει.
Τώρα έμαθα τη πιο σημαντική λέξη και δεν θα την ξεχάσω ποτέ.
Μπορώ!

17 Μαρτίου 2017

ΑΓΑΠΑΤΕ ΓΙΑΤΙ ΧΑΝΟΜΑΣΤΕ


Αγαπώ τον άνθρωπο που φρόντισε τις πληγές μου, που του είπα τα πάντα για μένα και δε με έκρινε, με αγκάλιασε.
Αυτόν που θέλει μόνο ευτυχισμένη να με βλέπει και φροντίζει μόνο για αυτό.
Αυτόν που εξαφάνισε τα σημάδια πάνω από το κορμί μου και την ψυχή μου και ένιωσα ότι ξαναγεννήθηκα.
Αυτόν που έσβησε το παρελθόν μου και γράφει κάθε μέρα το μέλλον μου, το μέλλον μας.
Αγαπώ τον άνθρωπο που ποτέ δε μου θυμώνει και μου μιλάει πάντα έχοντάς με αγκαλιά.
Αυτόν που μου λέει καθημερινά ότι είμαι η ομορφότερη γυναίκα του κόσμου γιατί έτσι με βλέπουν τα ερωτευμένα του μάτια.
Αυτόν που ποτέ δεν αφήνει το χέρι μου, λες και έχει γίνει προέκταση του δικού του.
Αυτόν που εμφανίστηκε ξαφνικά, από το πουθενά, και δε φοβήθηκε το πληγωμένο αγρίμι που σήκωσε από κάτω, δε φοβήθηκε να ακούει για περασμένους έρωτες, δε φοβήθηκε την απογοήτευσή μου.
Αυτόν που μου είπε, “ δείξε σε εμένα εμπιστοσύνη” και παλεύει κάθε μέρα για αυτό.
Αυτόν που ένα βράδυ μου άνοιξε μια πόρτα και είδα φως, μύρισα αγάπη αληθινή και φύσηξε μέσα στα μάτια μου και τα στέγνωσε.
Αυτόν που με τραβάει προς την ζωή και άφησα τον θάνατο πίσω μου.
Αυτόν που η κάθε λέξη του είναι και μια πράξη.
Κι όλα μου τα βράδια γλίστρησαν πάνω σε ένα κρεβάτι, γέμισαν φως και ζεστασιά.
Όλα μου τα θεριά κοιμήθηκαν κι άρχισα να τα χαϊδεύω.
Όλος μου ο πόνος θάφτηκε βαθιά μέσα μου και τα σημάδια του έπαψαν να εμφανίζονται στο πληγιασμένο σώμα μου.
Ξέχασα πως κλαίνε… Ξέχασα …
Και θυμήθηκα πως είναι να σε αγαπούν… με ψυχή

 Της Νίκης Ταγκάλου.
ΑΝΑΠΝΟΕΣ 

ΑΡΓΗΣΑ ΑΛΛΑ ΣΕ ΒΡΗΚΑ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ

Είμαι σίγουρος ότι οι ψυχές ζούνε αιώνια και περιπλανιούνται μέσα στο χρόνο ψάχνοντας να βρουν το ταίρι τους…
Και όταν το βρουν… τότε από ζωη σε ζωή σε διάφορα σώματα ψάχνουν να βρουν το ταίρι τους.
Αργά η γρήγορα όμως το βρίσκουν.
Και σε βρήκα. Λίγο αργά σε αυτή τη ζωή , αλλά σε βρήκα.
Το κατάλαβες και το κατάλαβα.
Βλέπεις σε αυτή την φάση της ζωής μας που κολυμπάμε μέσα στα λυσασμένα κύματά της πώς γαληνεύουν όλα γύρω μας όταν σε κοιτώ, όταν σου μιλώ, όταν με κοιτάς, όταν μου μιλάς….
Ηρεμούν οι ψυχές μας.
Έψαχνα χρόνια να σε βρω.
Κι όταν σε είδα, όταν μου μίλησες, κατάλαβα ότι ήσουν η ίδια ψυχή μου.
Τόσο όμοιοι…
Ακόμα και το όνομά σου. Ακόμα κι αυτό γαλήνεψε την ψυχή μου.
Μου μιλάς, μου γελάς, με πειράζεις…
Ναι μ’ αγαπάς.
Ζω μέσα σε ένα όνειρο που δε θέλω να τελειώσει…
Να κρατήσει για πάντα.
Να μ’ αγαπάς για πάντα.
Γιατί εγώ θα σ’ αγαπω για πάντα, σε όλες τις ζωές μας.
Θα δίνω τη δική μου μάχη για να σε κερδίζω πάντα και πάντα θα τα καταφέρνω…
Και θα σε βρίσκω και θα γινόμαστε πάντα ένα
ΑΝΑΠΝΟΕΣ

30 Νοεμβρίου 2016

Μου αρέσουν οι άνθρωποι που ξέρουν να δίνουν την ψυχή τους.

Μου αρέσουν οι άνθρωποι που σ’ αφήνουν να δεις την καθαρότητα της ψυχής τους στα μάτια τους.
Αυτοί που είναι  «αυτοδίδακτοι»  σε όλους τους ρόλους της  ζωής τους,  και δε χρειάζεται να τους υποδυθούν γιατί απλούστατα  τους ζούνε!
Αυτοί οι άνθρωποι κατά κανόνα είναι αυθεντικοί, αυτοδημιούργητοι, αυτάρκεις, γαλαντόμοι και χουβαρντάδες σε όλα τους!
Κυρίως στα συναισθήματά τους!
Δε τα τσιγκουνεύονται, δε μιζεριάζουν, δεν αναλώνονται  να μετρούν και να ζυγιάζουν πόσα έδωσαν, πόσα πήραν, πόσα τους μένουν.
Ανοίγουν διάπλατα τις πύλες της ψυχής τους να μπεις να σεργιανίσεις και να «πάρεις»  όσα χρειάζεσαι…
Δίνουν, δίνουν, κι όσο πιο πολλά σ’ αφήνουν να πάρεις, τόσο πιο πολλά  έχουν για δόσιμο!  
Εξαργυρώνουν  «ψυχή»  σε καθετί που πράττουν.
Με ψυχή θα γελάσουν! Με ψυχή θα πονέσουν!
Με ψυχή θα κλάψουν! Με ψυχή θα σ’  αγαπήσουν!
Με ψυχή θα σ’ αγκαλιάσουν  και θα νιώσεις μεμιάς να ενώνονται όλα τα σπασμένα κομμάτια σου…
Με ψυχή θα πληρώσουν τα λάθη και  τις επιλογές  που  δε τους «βγήκαν» όπως τις περίμεναν τελικά και θ’ αποχωρίσουν απ’ όπου περισσεύουν!
Με τη ψυχή σπαταλημένη μα  το κεφάλι ψηλά!
Κι ας νιώθουν να σέρνονται…
Θα δεις μια πλάτη στιβαρή ν’ απομακρύνεται με βήμα σταθερό, που ξεχειλίζει  Αξιοπρέπεια  κι ας έχει γκρεμιστεί όλος ο κόσμος τους!
Οι άνθρωποι αυτοί, – αμετανόητοι- αφού μαζέψουν τα κομμάτια τους, και  περιθάλψουν τις πληγές τους,  θα ξανα-διαθέσουν τη ψυχή τους προς εξαργύρωση…χωρίς καμιά δυσπιστία ή καχυποψία!
Γι’ αυτό είναι  ανεκτίμητοι, ιδιαίτεροι και σπάνιοι!
Γιατί είναι αθεράπευτα δοτικοί!
Έχουν αυτό το  «κουσουράκι»…που τους κάνει ξεχωριστούς!
«Ρέστα»  καταδέχονται  να πάρουν μόνο «Από Ψυχής»…
Αλλιώς, τα χαρίζουν! κι απομακρύνονται, από κει που ασύστολα τους  κλέβουν…
ΑΝΑΠΝΟΕΣ

24 Οκτωβρίου 2016

ΕΙΝΑΙ ΚΑΠΟΙΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ....

Είναι κάποια πράγματα που έχουν φτιαχτεί για σένα, είναι κάποιοι άνθρωποι που αισθάνεσαι απόλυτα “δικούς” σου.
Δεν γράφουν κάπου το όνομα σου, αλλά το ξέρεις από τη στιγμή που συναντιούνται οι δρόμοι σας πως ανήκετε ο ένας στον άλλον.
Ίσως να σου βγάζουν τον κτητικό σου εαυτό, ίσως να αντιδράς εγωιστικά γιατί φοβάσαι να μην τους χάσεις, να μην στους κλέψει μέσα από τα χέρια κάποιος άλλος.
Χαλάρωσε… Αν είναι για σένα και εάν εσύ με τη σειρά σου είσαι σωστός, τότε τίποτα δεν θα χάσεις. Τίποτα δεν θα χαθεί.
Είναι οι όμορφες ιστορίες ζωής που δεν πρέπει να πιέζεις… Και δεν πρέπει καθόλου να οδηγείς τις καταστάσεις εκεί που θες. Σεβάσου τον άλλο. Σεβάσου το χώρο του, σεβάσου το χρόνο του. Σεβάσου τις πληγές του, σεβάσου τα θέλω του. Τους φόβους και τις ανησυχίες του.
Είναι ιστορίες πάθους, έρωτα, είναι ιστορίες που τις ζεις αν είσαι τυχερός έστω μια φορά στη ζωή σου.
Αισθάνεσαι να σε κάνουν καλύτερο άνθρωπο, δεν μπορείς να αντισταθείς. Σου βγάζουν τον καλό σου εαυτό. Σου δίνουν κίνητρο να δεις τη ζωή με άλλο μάτι.
Σε αγαπάνε και ιδιαίτερα αγαπούν αυτά που εσύ αισθάνεσαι άσχημα επάνω σου. Μια ουλή, ένα σημάδι, τις κακές σου συνήθειες, αυτά που σε τρομάζουν στον ίδιο σου τον εαυτό. Τα βρίσκουν χαριτωμένα και μέσα από αυτούς, βελτιώνεσαι κι εσύ.
Σε αγαπάνε στις μαύρες σου λίγο περισσότερο και στις όμορφες στιγμές σου επίσης.
Σε προκαλούν, σε θυμώνουν, σε φτάνουν στα όρια σου.
Σε ηρεμούν, σε αγκαλιάζουν, σου δείχνουν τα πράγματα από άλλη οπτική.
Σε κάνουν καλύτερο άνθρωπο.
Οι αντιθέσεις είναι το κοινό σας σημείο γιατί καταβάθος μοιάζετε. Μην τους αφήσεις να φύγουν… Στο χέρι σου είναι. Προσελκύουμε αυτά που στα αλήθεια θέλουμε, αυτά που μας αξίζουν…
ΠΗΓΗ 

12 Αυγούστου 2016

ΡΟΖ ΣΥΝΝΕΦΑΚΙ

Κάποτε ήμουν παιδί. Κάποτε όλα ήταν ροζ. Κάποτε όλα ήταν απλά.
Από μωρό σχεδόν με ανέβασαν στο ροζ συννεφάκι μου και μου είπαν:
«Από δω ο κόσμος φαίνεται ωραίος. Από δω όλα είναι καλά. Από δω δε θα σου συμβεί τίποτα κακό. Μείνε όσο περισσότερο μπορείς».
Και εγώ υπάκουσα και έμεινα. Έμεινα όσο περισσότερο μπορούσα.
Κοίταζα τον κόσμο από ψηλά και απολάμβανα.
Μα δε μου είχε μιλήσει κανείς για την πτώση…
Δε μου είχε πει κανείς ότι η πτώση έρχεται από τους ίδιους τους ανθρώπους που εμπιστεύεσαι με κλειστά μάτια.
Αυτά τα κλειστά μάτια κάνουν όλη τη ζημιά.
Δε βλέπεις, δεν υποπτεύεσαι, δεν πιστεύεις πως παραμονεύει οτιδήποτε κακό.
Και κάπως έτσι, σε ένα ροζ κόσμο, πάνω σε ένα ροζ συννεφάκι, ένα κορίτσι ανακαλύπτει για πρώτη φορά την εικόνα του κακού. Και διαλύεται όλο το ροζ και όλο το συννεφάκι. Πέφτει από εκεί ψηλά, τσακίζεται και πονάει.
Πόνεσα είναι η αλήθεια. Όχι όμως από τις ανοιχτές πληγές. Αυτές με έκαναν να νιώθω ζωντανή. Πόνεσα όμως επειδή έμαθα πως οι άνθρωποι κάνουν κακό, πως μπορούν και θέλουν να κάνουν κακό.
Αυτό το κορίτσι σήμερα το αγκαλιάζω με κάθε τρυφερότητα και του λέω:
«Κοριτσάκι, μη φοβάσαι. Ο κόσμος ήταν πάντα έτσι. Εσύ δεν μπορούσες να τον δεις από το ροζ συννεφάκι που σε ανέβασαν. Εσύ πίστεψες πως θα είσαι για πάντα ασφαλής. Δεν σου μίλησε κανείς για την πτώση γιατί η προσμονή της πληγώνει περισσότερο, γιατί η αναμονή σκοτώνει περισσότερο από την ίδια την πτώση…»
Και εκείνο μου απαντά με κάθε ειλικρίνεια:
«Δε με ένοιαξε που δε μου μίλησε κανείς για την πτώση. Με ένοιαξε που δε μου μίλησε κανείς για τη ζωή μετά την πτώση. Αυτή είναι η πραγματική ζωή. Αυτοί είναι οι πραγματικοί άνθρωποι. Αυτή είμαι εγώ. Σε αυτόν τον κόσμο ήρθα για να ζήσω.»
Έχουν περάσει χρόνια από εκείνη την πτώση. Ακόμα έχω τις πληγές. Δεν έκλεισαν ποτέ. Αλλά δε θέλω να κλείσουν. Ήρθαμε σε αυτόν τον κόσμο για να αφήσουμε σημάδια. Άλλοι φροντίζουν να αφήνουν σημάδια αγάπης και άλλοι σημάδια πόνου. Χρέος μας να μάθουμε να ξεχωρίζουμε ποιοι είναι ποιοι και με ποιους θα πορευθούμε.
Περνώντας πια τα τριάντα χαίρομαι που έζησα εκείνα τα χρόνια πάνω στο ροζ συννεφάκι μου. Με έκαναν ρομαντική. Χαίρομαι επίσης και που έπεσα από το συννεφάκι μου, αυτό με έκανε ρεαλίστρια. Νομίζω ότι σήμερα έχω ξεχάσει πια πώς ήταν πάνω σε εκείνο το ροζ συννεφάκι. Είναι στιγμές που νοσταλγώ… Δε θα ήθελα να ξανανέβω όμως.
Σήμερα είμαι μέσα σε μια φούσκα, ίσως σε μια απόχρωση του κόκκινου, και ανεβαίνω ψηλά στον ουρανό για να δω άλλα κορίτσια που κάθονται πάνω στο ροζ συννεφάκι τους. Ξέρω ότι αργά ή γρήγορα θα πέσουν. Θα χαράξουν τη δική τους πορεία. Σύντομα και εγώ θα πέσω από τη φούσκα που έχω ανέβει. Αλλά τώρα είναι επιλογή μου. Τώρα ξέρω ότι εγώ δημιούργησα αυτή τη φούσκα μέσα από όλα τα καλά που έχω ζήσει. Τώρα έχω μια βελόνα και μπορώ να σπάσω μόνη μου τη φούσκα. Θα σπάσει από μέσα. Κανείς δε θα με ρίξει. Θα πέσω μόνη μου. Τώρα αντέχω να πέσω… Τώρα ξέρω. Αντέχω να πέσω και να ξανανέβω, σε καινούρια φούσκα. Επιλογή μου να μπω και να ανέβω ψηλά, επιλογή μου να τη σπάσω και να φάω τα μούτρα μου.
Επιλογή μου να δημιουργήσω ένα καινούριο ροζ συννεφάκι και να αφήσω την κόρη μου να ανέβει πάνω του. Επιλογή μου να αφήσω τη ζωή να τη ρίξει μόνη της. Επιλογή μου να της μιλήσω για τις βροχές που θα συναντήσει. Επιλογή μου να της δώσω τα “ειδικά γυαλιά” για να διακρίνει και να αντέξει τις αστραπές. Επιλογή μου να της δείξω και τους δυο κόσμους.
Χαίρομαι που γνώρισα και τους δυο κόσμους…
ΠΗΓΗ 

9 Αυγούστου 2016

17 Μαΐου 2016

ΑΛΛΑΓΕΣ....



Σκέφτομαι τις αλλαγές.
Σκέφτομαι ότι με φοβίζουν ακόμα και όταν τις επιδιώκω.
Σκέφτομαι ότι δεν χρειάζεται να κάνω μεγάλες αλλαγές.
Χρειάζεται απλώς να κάνω ένα μικρό πρώτο βήμα προς τη μεριά όσων επιθυμώ.
Και αμέσως ηρεμώ.
Παίρνω μία βαθιά αναπνοή, χαμογελάω και σκέφτομαι ότι θα τα καταφέρω.
Ένα πρώτο βήμα για κάθε νέα αρχή.
Αρχή.
Σκέφτομαι τις αρχές που έχω κάνει και πόσες από αυτές με πήγαν στο τέλος.
Άλλες στο σωστό και άλλες στο λάθος.
Και κάποιες δεν με πήγαν πουθενά.
Εκ των υστέρων πάντα.
Σκέφτομαι ότι δεν έχει σημασία.
Πήρα τις αποφάσεις μου και έμεινα πιστή σε αυτές μέσα από διαφορετικές διαδρομές.
Στην πορεία κάτι πήρα, κάτι άφησα, κάτι έχασα, αλλά σίγουρα κέρδισα.
Παίρνω μια βαθιά αναπνοή, χαμογελάω και σκέφτομαι ότι κέρδισα νέα κομμάτια του εαυτού μου.
Γιατί στις διαδρομές που έκανα κατάλαβα λίγο καλύτερα τι θέλω και τι δεν θέλω, με ποιους το θέλω και με ποιους όχι, γέλασα, έκλαψα, θύμωσα, έπεσα και σηκώθηκα ξανά.
Όχι αμέσως.
Κάποιες φορές έμεινα κάτω, αλλά έμαθα να λέω στον εαυτό μου «δεν πειράζει».
Και ως διά μαγείας αυτές οι δύο λέξεις πήραν από πάνω μου όλο το βάρος της αποτυχίας, του λάθους και της στεναχώριας που με είχε ρίξει κάτω και κατάφεραν να με σηκώσουν ξανά.
Παίρνω μια βαθιά αναπνοή, χαμογελάω και σκέφτομαι ότι θα έρθουν και άλλες τέτοιες στιγμές.
Μόνο που τώρα ξέρω ότι θα περάσουν.
Αυτό που θέλω είναι να συμμαχήσω επιτέλους με τον εαυτό μου, να του λέω πιο συχνά «δεν πειράζει» και να του μάθω να κάνει ένα μικρό βήμα κάθε φορά.
Ένα μικρό βήμα απαλλαγμένο από υπολείμματα προηγούμενων μεγαλεπίβολων στόχων και βροντερών διακηρύξεων για το πόσο θα αλλάξουν όλα από εδώ και πέρα.
Ας μην αλλάξουν όλα.
Ας κάνω ένα μικρό βήμα για να αλλάξω μόνο ένα πράγμα.
Και αν δεν αλλάξει ούτε αυτό;
Τότε υπάρχει το ενδεχόμενο να πέσω.
Για λίγο ή για πολύ.
Δεν πειράζει.
Ξέρω ότι κάποια στιγμή θα σηκωθώ και θα προσπαθήσω ξανά.
Ή όχι.
Δεν πειράζει.
Η ουσία είναι ότι θα είμαι όρθια και έτοιμη για το επόμενο μικρό βήμα μου.

26 Απριλίου 2016

ΥΠΑΡΧΕΙΣ ?


Οι ώρες οι βραδινές, αυτές είναι οι χειρότερες. Σ’  αυτές είναι που σε σκέφτομαι και σε αναζητώ περισσότερο. Γυρνώ κουρασμένη στο σπίτι, φοράω κάτι πιο άνετο, αφήνω τα φώτα σβηστά, γεμίζω το ποτήρι μου με κρασί και πιάνω τη γωνία δίπλα απ’ το φωτιστικό στο σαλόνι.
Πίνω την πρώτη γουλιά και σκέφτομαι όλες τις ιστορίες που άκουσα απ’ τους ανθρώπους που συνάντησα σήμερα. Λίγο-πολύ όλοι έχουν ένα συναισθηματικό κενό που θέλουν να γεμίσουν. Κι όλοι συμφωνούν! Ο ιδανικότερος τρόπος για να γεμίσει  είναι πάντα ένας άλλος άνθρωπος.
Τους δίνω συμβουλές πώς θα καταφέρουν να βρουν αυτό τον άνθρωπο, λες και ξέρω από πρώτο χέρι τον τρόπο. Ποια, εγώ! Που μήνες τώρα σε ψάχνω γιατί πλήττω, πλήττω αφόρητα. Και πλήττω γιατί δεν υπάρχεις στη ζωή μου.
Πλήττω που αναγκάζομαι να βγαίνω για ποτό με παρέες που δε με γεμίζουν, αλλά τώρα πια δε με γεμίζει και το σπίτι μου. Όσο πιο πολύ μένω σε αυτό, τόσο περισσότερο μου λείπεις. Τα πάω καλά με τη μοναξιά, αλλά με την παρέα ακόμη καλύτερα. Γι’ αυτό θέλω να ‘ρθεις. Να ‘ρθεις να με αναστατώσεις, να κάνεις τη ρουτίνα μου κομμάτια.
Να εμφανιστείς απ’ το πουθενά και να έχεις διάθεση να μείνεις για πάντα. Να μου πάρεις το μυαλό, για να καταφέρω κι εγώ με τη σειρά μου να πάρω το δικό μου απ’ τη δουλειά. Το άφησα εκεί, ακούγοντας πως με την εργασιοθεραπεία όλα περνάνε. Κι η αλήθεια είναι πως πέρασαν πολλά. Όλα εκτός απ’ το ότι πάντα σε αναζητούσα.
Έχω ανάγκη από εκείνη τη χαρά, την «παιδική». Εκείνη που κάνει τα δυο μάτια ενός παιδιού να λάμπουν μόλις βλέπει το αγαπημένο του δώρο, γιατί κι εγώ έτσι θα σε βλέπω. Σαν το καλύτερο δώρο που η ζωή θα μπορούσε να μου κάνει. Να μπεις στη ζωή μου κ να την αναστατώσεις ολόκληρη, να την αλλάξεις, να ζήσουμε μαζί μια καινούργια, καλύτερη.
Να θες να με δεις όσο κι εγώ και πάλι οι ώρες αυτές να μη μας φθάνουν. Και κάθε φορά που θ’ ακούμε τους άλλους να λένε τη φράση «το πολύ μαζί σκοτώνει» να γελάμε πονηρά κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον στα μάτια με απορία για το πώς αυτή η φράση δε βρήκε εφαρμογή πάνω μας.
Να κάνουμε ατέλειωτες συζητήσεις, να μου μαθαίνεις πράγματα, να σου μαθαίνω εγώ και να μαθαίνουμε κι οι δυο από τρίτους.  Να πας τη σκέψη μου βήματα μακριά και να με ακολουθείς εκεί που μ’ έστειλες.
Να με κοντράρεις έξυπνα κι αν δεις και θυμώνω, μη φοβηθείς να επιμείνεις. Να φανερώσεις κάθε μου ανασφάλεια ή κρυφή μου σκέψη και να διαλύσεις κάθε άμυνα που έφτιαξα για να προστατεύομαι. Λες και κατάφερα ποτέ να προστατευτώ απ’ τον έρωτα.
Να μη μου λες «Σ’ αγαπώ» αλλά «Μου λείπεις» γιατί πάντα πίστευα πως η δεύτερη φράση ειπώθηκε μετά από πολλά «σ’ αγαπώ» και περικλείει ακόμη περισσότερα μέσα της. Δε ζεις χωρίς εκείνον που σου λείπει. Αν δε σου δείχνει αυτό πόσο μεγάλα είναι τα αισθήματα, τότε τι θα στο δείξει;
Να ποθείς να βρίσκομαι στο κρεβάτι σου, αλλά πιο πολύ από αυτό να ποθείς να βρίσκομαι δίπλα σου. Να κάνεις έρωτα μαζί μου, να ξανακάνεις κι όταν σταματήσεις,  να συνεχίζεις να με κοιτάζεις και να προσέχεις κάθε σημάδι του κορμιού μου, κάθε έκφραση του προσώπου μου, κάθε κουβέντα που το στόμα μου ξεστόμισε. Και να δίνεις σημασία σε όλες. Ακόμη κι εκείνες που νομίζεις πως λέω για πλάκα. Ποιος κάνει πλάκα στον άνθρωπο που έχει δώσει την καρδιά του;
Να με βλέπεις τυλιγμένη με το σεντόνι να γράφω ένα άρθρο σαν κι αυτό, να είσαι ο πρώτος που το ακούει απ’ τα χείλη μου και να μη νιώθεις πως είναι πολλές οι «εντολές» αναστάτωσης που έλαβες. «Μόνο τόσα θέλεις;» να μου απαντάς κι εγώ να μην μπορώ να θυμάμαι ούτε μια μέρα από εκείνες πριν σε γνωρίσω. Εκείνες, που έπληττα αφόρητα.
Θέλω να με βρεις για να πάψω να λέω στον εαυτό μου πως δεν υπάρχεις. Υπάρχεις, έτσι δεν είναι; Υπάρχεις και θα έρθεις να μου αναστατώσεις τη ζωή και δε θα πλήττω άλλο, ε;
ΠΗΓΗ pillowfights 

15 Απριλίου 2016

ΕΙΚΟΝΑ ΘΑΜΠΗ


Εικόνα θαμπή.
Το ακούς και στην αρχή δεν σε πονάει. Σε ξαφνιάζει, σε παραξενεύει, αλλά δεν σε πονάει.
Κοιτάς τον εαυτό σου αναζητώντας αυτό το θάμπωμα.
Σκέφτεσαι τι έχεις περάσει.
Χρόνια συνεχόμενα υπό πίεση.
Δύσκολες συνθήκες, δύσκολες μέρες και οι δικαιολογίες εύκολες και «λογικές».
Σου έχει δώσει άλλωστε η ζωή πολλές τέτοιες δικαιολογίες να επικαλείσαι στις δύσκολες στιγμές που ο εαυτός σου σε φέρνει προ της εικόνας σου.
Λίγο η δουλειά, λίγο οι απώλειες, άλλο λίγο και οι γέννες, να μωρέ κι ένα διαζύγιο, προδοσίες και σχέσεις ζωής που γίνανε μακρινές αναμνήσεις..
Και περνάει ο καιρός και η φράση γυρνάει στο μυαλό σου.
Γυρνάει και σε παιδεύει, δεν σε αφήνει να ησυχάσεις.
Εικόνα θαμπή.
Τι έγινε;
Τι έφταιξε;
Κι άσε στην άκρη τις εύκολες δικαιολογίες..
Εσύ έφταιξες. Κανείς άλλος, μόνο εσύ..
Εσύ που αποφάσισες να παίξεις όλους τους ρόλους μα ξέχασες τον σημαντικότερο. Τον βασικότερο απ’όλους.
Εκείνον του εαυτού σου.
Εικόνα θαμπή.
Κι όταν με κοιτάω, πονάει πιο πολύ!
Θάμπωσα γιατί ξέχασα.
Με ξέχασα..
Ζήταγα από τους άλλους να μην με θεωρούν δεδομένη αλλά θεώρησα εγώ δεδομένα και κεκτημένα όλα τα άλλα σε εσένα.
Ξέχασα τον εαυτό μου παίζοντας ρόλους με οσκαρικές ερμηνείες.
Της κακιάς, της καλής, της μητέρας, της φίλης, της αδερφής…
Έμαθα να αγαπώ τους άλλους, να φροντίζω τους άλλους, να ασχολούμαι με τους άλλους.
Μόνο που ποτέ δεν έμαθα να αγαπάω εμένα.
Να φροντίζω εμένα.
Να κανακεύω εμένα.
Να αγκαλιάζω εμένα.
Και τελικά μήπως μαθαίνουμε τα πάντα εκτός από αυτό;
Μεγαλώνουμε και μας μαθαίνουν πώς να αγαπάμε τους άλλους.
Πώς να φροντίζουμε τους άλλους.
Πώς να προστατεύουμε τους άλλους.
Μεγαλώνουμε τα παιδιά μας με ακριβώς αυτό τον τρόπο..
Δεν θυμάμαι κανέναν να μου είπε πώς να αγαπάω εμένα πρώτα και μετά όλους τους άλλους.
Θαμπή εικόνα.
Πονάει..
Πεισμώνει..
Γίνεται στόχος..
Στόχος για εμένα, όχι για εσένα.
Πάει καιρός που όλα τα έκανα για κάποιον άλλο.. τώρα όμως.. είναι η στιγμή να γίνουν όλα για μένα..
anapnoes

12 Απριλίου 2016

Μου είναι δύσκολο να αποδεχτώ το τέλος, το κλείσιμο κεφαλαίων και το γύρισμα της σελίδας.  Ίσως επειδή μέσα μου υπήρχε πάντα η πλάνη του «για πάντα», αν και η ίδια η ζωή φρόντιζε συχνά να με διαψεύσει, βάζοντας μόνη της τις τελείες.

Δεν ξέρεις τι πονάει περισσότερο στο τέλος. Η ψευδαίσθηση της αιωνιότητας. Οι άνθρωποι που δεν αγωνίστηκαν για να αντέξει ο δεσμός στη φθορά. Ο φόβος του αγνώστου που ξετυλίγεται μπροστά σου σαν μια βαθιά, άγρια θάλασσα. Καθώς ωριμάζεις μαθαίνεις ότι οι αποχαιρετισμοί είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ολοκλήρωσής σου και ότι η ζωή σου δεν κρίνεται από αυτά που σου συμβαίνουν τελικά, αλλά από τον τρόπο που τα αντιμετωπίζεις. Καμιά φορά πολλά πράγματα που αγάπησες και που έμαθες να θεωρείς δεδομένα, καταρρέουν συγχρονισμένα όλα μαζί σε μια μυστική δοκιμασία του εαυτού σου.
Τον αγαπούσες πολύ και δε μπορούσες να φανταστείς τη ζωή σου χωρίς αυτόν. Νόμιζες ότι ήταν ο προορισμός. Περίμενες να γραφτεί το «και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα». Ύστερα έφυγε. Έψαξες ποια είσαι χωρίς εκείνον.

Κάθε τέλος έχει την ίδια γεύση του οριστικού τέλους. Κάθε φορά εκείνο το ίδιο σφίξιμο στο στομάχι, οι ελπίδες σου μπαγκάζια που κουβαλάς, η αίσθηση του τρένου που εκτροχιάστηκε από τις ράγες του. Είμαστε τόσο εκπαιδευμένοι στην κουλτούρα της απέχθειας προς το τέλος, που πάντα το συνδυάζουμε με το πένθος. Κυριαρχεί μέσα μας η θλίψη για όσα χάσαμε, όχι η ευγνωμοσύνη που τα ζήσαμε. Μας στοιχειώνουν τα «γιατί» και οι ευτυχισμένες στιγμές που πέρασαν, κλείνοντας παράλληλα τα μάτια στις προοπτικές που έχουμε στο εξής.
Οπότε, ένα σημαντικό μάθημα που πρέπει να πάρουμε όλοι μας είναι να φεύγουμε με ψηλά το κεφάλι από καταστάσεις που έχουν τελειώσει. Να τραβάμε την πρίζα όταν  οι συνθήκες υποστηρίζονται μηχανικά και μόνο, αν και έχουν πεθάνει προ πολλού. Να μη μας τρομάζει το άγνωστο περισσότερο από τη ρουτίνα και τη συνήθεια. Να βλέπουμε το μέλλον μας σαν μια σειρά από λευκές σελίδες που περιμένουν να γεμίσουν με μια νέα, συναρπαστική ιστορία αντί να αναμασάμε το επιτεύγματα του παρελθόντος.
Σίγουρα δεν είναι εύκολο να αποδεχτούμε ότι η ζωή μας ήταν, είναι και θα είναι γεμάτη αντίο. Όπως αφήσαμε οριστικά πίσω μας την παιδική μας ηλικία, στην ενήλικη ζωή θα αφήσουμε πίσω μας μέρη, σπίτια, συνήθειες, δουλειές και ανθρώπους μέχρι τον τελικό μας προορισμό. Μέχρι να κατακτήσουμε την κορυφή και να φτάσουμε εκεί που πραγματικά ανήκουμε....
ΠΗΓΗ

11 Φεβρουαρίου 2016

ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΦΟΡΕΜΑ

Συνήθιζες να τριγυρνάς μ’ ένα κομμάτι ύφασμα, μια κλωστή και με μια βελόνα στο χέρι σου. Σε κοίταζα και αναρωτιόμουν “μα καλά πού πάει έτσι;”
Πολύ αργότερα κατάλαβα γιατί τα κράταγες. Σε κάθε αναποδιά της ζωής σου, έβαζες κι ένα κομματάκι ύφασμα, προσπαθούσες να μπαλώσεις όπως όπως το φουστανάκι “της ξεσκισμένης σου ψυχής”.
Πάλευες να το μπαλώσεις για να μην ξηλωθεί περισσότερο. Έμπηγες τη βελόνα με δύναμη πάνω στο ύφασμα, σαν αν έφταιγε αυτή για τα μύρια κακά που σου συνέβαιναν.
Έπειτα, τράβαγες με μανία την κλωστή για να προλάβεις να κλείσεις τα ασυμμάζευτα.
Κι όλο κοίταγες το μπάλωμα γιατί δεν ήταν γερό και σε κάθε κρακ ήταν έτοιμο να ανοίξει.
Και σαν άνοιγε, θα πετάγονταν έξω αυτά που χρόνια προσπαθούσες να κρύψεις και άντε μετά να τα κάνεις ζάφτι.
Δουλειές του ποδαριού δηλαδή γιατί κατά βάθος ήξερες ότι το μπάλωμα δεν ήταν λύση. Το μπάλωμα ήταν πρόχειρο, επιφανειακό κι έτοιμο πάντα να σε προδώσει.
Όχι πως δεν ήξερες πως σου ταίριαζε ένα καινούριο φόρεμα αλλά με τα χρόνια έμαθες και συνήθισες στο χιλιοφορεμένο. Άσε που μπορεί και να φοβόσουν να το αποχωριστείς γιατί ήθελε κότσια κι εσύ μάλλον δεν τα είχες.
Σε καμιά περίπτωση δεν έπρεπε να αγοράσεις καινούριο φουστάνι. Έπρεπε να βρεις το θάρρος να το ξηλώσεις από την αρχή.
Να πετάξεις την συνήθεια και την ασφάλεια του χιλιομπαλωμένου και να ράψεις ένα καινούριο στα μέτρα σου.
Να αγοράσεις καινούριο ύφασμα. Όχι ότι κι ότι.. “μεταξωτά και σατέν παρακαλώ”
Να βάλεις πάνω του το πατρόν και να σχεδιάσεις τις νέες σου σκέψεις.
Τις νέες σου πεποιθήσεις.
Ύστερα να το κόψεις με υπομονή και να αρχίσεις να ενώνεις τα κομμάτια.
Το μπροστινό, το πίσω, τα μανίκια, το γιακά κι όλα αυτά να τα κάνεις με την αισιοδοξία του καινούριου.
Μετά να το ράψεις με πολλή αγάπη, όχι με εγωισμό. Να το κεντήσεις με λόγια παρηγοριάς και συμπόνιας και όχι με κρίσεις και πίκρα.
Να το στολίσεις με πολύχρωμες πούλιες επιβράβευσης και αυτοπεποίθησης.
Τέλος, στο κέντρο του να βάλεις έναν ήλιο τόσο φωτεινό και λαμπερό όσο το καινούριο σου χαμόγελο.
Τι λες;
Θα το ράψεις;;